Συνέντευξη με τον Josef Hader

0

Συνέντευξη με τον Josef Hader

Είναι η πρώτη ταινία που σκηνοθετείτε. Πόσο διαφορετικό είναι να κάνετε μια ταινία από τη δουλειά σας στο είδος του καμπαρέ;

Αυτή η ταινία ήταν σαν διακοπές από τη μοναχική δουλειά του καμπαρέ, γιατί εκεί τα κάνεις όλα μόνος σου. Φυσικά, η σκηνοθεσία μιας ταινίας σημαίνει ότι το επίκεντρο είσαι εσύ και πρέπει να σταθείς στο ύψος των προκλήσεων, αλλά επίσης σημαίνει ότι μπορείς να φτιάξεις ο ίδιος την ομάδα σου και να καθορίσεις τι είδους ατμόσφαιρα θέλεις να υπάρχει στο γύρισμα. Το γράψιμο δεν είναι πολύ διαφορετικό, γιατί στο καμπαρέ προσπαθώ να ανεβάσω ένα είδους θεατρικό σόου. Πάντα σχεδιάζω τη δομή, παρ’ όλο που ποτέ δεν της είμαι πιστός. Και μετά αναθεωρώ ένα νούμερο πολλές φόρες, για να είμαι σίγουρος τι θέλω να πω. Μου αρέσει να αποκαλύπτω όσα λιγότερα γίνεται στην αρχή. Η ελλιπής πληροφορία είναι πάντα πηγή σασπένς. Στην πρώτη σκηνή της ταινίας δεν ήθελα να δείξω τι συμβαίνει ακριβώς, να μην το σερβίρω σε πιάτο. Δύο άνθρωποι προχωρούν μέσα σε ένα μεγάλο γραφείο. Μιλάνε για πράγματα που δεν βγάζουν νόημα κατευθείαν. Ίσως αν έβλεπες τηλεόραση, να άλλαζες κανάλι. Αλλά είναι σινεμά και οι άνθρωποι έχουν πληρώσει για να μπουν, οπότε δεν φεύγουν με τη μία. Αυτό σημαίνει ότι μπορείς να ξεκινήσεις με ένα μικρό ερωτηματικό.

Οι βασικοί χαρακτήρες καθορίζονται αρχικά από τα επαγγέλματα τους και οι συμπεριφορές τους απέναντι στη ζωή είναι συνδεδεμένες με τις σύγχρονες οικονομικές εξελίξεις. Υπάρχουν ακόμα τρεις κοινωνικές τάξεις, αλλά η μεσαία κλυδωνίζεται. Θέλατε να αναλύσετε αυτή την τάξη περισσότερο;

Ήθελα η ταινία, που είναι ένα μείγμα από διάφορα είδη, να είναι μια σάτιρα της ζωής της μεσαίας τάξης. Ένα χτύπημα της μοίρας για έναν μεσοαστό δεν είναι συνήθως γνήσια τραγικό. Γενικά, είναι κωμικό. Αν η ιστορία τους πρωταγωνιστή που χάνει τη δουλειά του είχε να κάνει με την εργατική τάξη, όπου αντίστοιχα κάποιος βιώνει την ανέχεια, θα ήταν πιο δύσκολο να αναδείξω το μαύρο χιούμορ. Εννοώ, αν κάποιος είναι στη λάσπη, δεν τον σπρώχνεις πιο βαθιά. Αλλά όταν τέτοιες καταστροφές συμβαίνουν στη μεσαία τάξη, είναι θεμελιακά λιγότερο απειλητικές και υπάρχει κάτι το αστείο στους ανθρώπους που αντιδρούν σαν όλη τους η ύπαρξη να είναι σε κίνδυνο. Ο πρωταγωνιστής μου θα μπορούσε να ψάξει για άλλη δουλειά, ή να γράψει ένα βιβλίο για τη μουσική ή απλώς να μη δουλέψει έναν χρόνο και να ζήσει με το ποσό της αποζημίωσης. Αλλά αντιδρά λες και τον εκμηδένισαν, γιατί το χτύπημα στο εγώ του είναι ολέθριο. Με έναν τρόπο ο Georg ερμηνεύει την κατάσταση ως την απόλυτη τραγωδία και αυτό είναι ένας είδος πολυτέλειας.

Ποια ήταν η θέση του χιούμορ στην ταινία; Έχετε τη φήμη ότι θεωρείτε το χιούμορ πολύ σημαντικό…

Μερικοί άνθρωποι θα έλεγαν ότι ως καλλιτέχνης καμπαρέ έχω τη φήμη ότι δεν βλέπω το χιούμορ ως ιδιαίτερα σημαντικό… Το σενάριο γράφτηκε χωρίς ιδιαίτερη τακτική του πόσο αστεία θα πρέπει να είναι η ταινία. Δεν το κάνω αυτό ούτε όταν γράφω για ένα νούμερο. Φυσικά, πάντα κάνω σχέδια και βασικά πρέπει να υπολογίζω πράγματα, αλλά το καλό είναι ότι από ένα σημείο και πέρα μπορείς να γράψεις πιο ελεύθερα. Σε κάποιο στάδιο, η ιστορία έχει σημασία και τίποτα άλλο. Σε μία παράσταση καμπαρέ, δίνεις διαισθητικά πιο πολύ χώρο στις φάρσες, γιατί είσαι μόνος σου στη σκηνή και αν δεν έχεις αστεία, θα ζεις έναν μικρό θάνατο κάθε φορά. Αλλά ακόμα και στο καμπαρέ συχνά αποπειρώμαι να αντικαταστήσω το χιούμορ με το σασπένς. Αυτό το κάνει πιο ενδιαφέρον και για αυτόν που το παίζει. Στην ταινία, νομίζω ότι το κωμικοτραγικό στοιχείο πρέπει να αναδύεται από μία σοβαρή κατάσταση. Στην ταινία ο σκοπός ήταν να διατηρήσω την ισορροπία ανάμεσα στο τραγικό και το κωμικό τόσο προσεχτικά που να μην υπάρχει πίεση στον διάλογο για να πάει προς κάποια κατεύθυνση. Ήταν η ελπίδα μου ότι αν θες πραγματικά να ισορροπήσεις το κωμικό και το τραγικό, τότε μπορείς να δημιουργήσεις μια απεικόνιση της ζωής πιο οικεία στον τρόπο που εγώ αντιλαμβάνομαι τη ζωή.

Οι πιο κινηματογραφικές εικόνες εμφανίζονται σε ένα τοπίο απάτητου χιονιού. Δεν θα ήταν εύκολο να γυρίσετε αυτές τις σκηνές. Ποια η σημασία του καλυμμένου με χιόνι τοπίου για εσάς;

Όταν ήμουν νέος είδα το Shoot The Piano Player του Truffaut. Μέρος της ιστορίας διαδραματίζεται στο χιόνι και ακόμα θυμάμαι πόσο με είχε συνεπάρει η επίδραση του χιονιού στην ταινία, γιατί αλλάζει τελείως τον ήχο και την εικόνα. Από τότε είχα την ιδέα στο πίσω μέρος του μυαλού μου για μια τελική σκηνή σε χιόνι, όπου όλα καλύπτονται και κουκουλώνονται, σαν να περπατάς σε μαξιλάρια. Μπορεί να γίνει μόνο σε τοπίο με πολύ χιόνι, όποτε περιμέναμε μέχρι να αρχίσουμε το γύρισμα. Το καλό είναι ότι αν τρέχεις με τα εσώρουχα για τρεις μέρες προσπαθώντας να γυρίσεις τη σκηνή, δεν χρειάζεται να υποδύεσαι. Το χιόνια και το κρύο αναλαμβάνουν και το μόνο που κάνεις είναι να είσαι παρών και να ανάψεις την κάμερα.

Συνεργαστήκατε με σημαντικούς διευθυντές φωτογραφίες. Τον Andreas Thalhammer και τον Xiaosu Han. Ποια ήταν η συνεισφορά τους;
Η συνεισφορά τους είναι τεράστια. Η ιδέα μου ήταν ότι επί της ουσίας δεν ήθελα να αποκλείσω την πιθανότητα όμορφων εικόνων, αλλά ούτε να υποβάλω τα πάντα στην ομορφιά της εικόνας. Οπότε δοκίμασα κάτι αντι-αυστριακό, μια χαλαρή προσέγγιση στην ομορφιά και την ασχήμια και να κάνω μια ταινία όπου εμφανίζονται και τα δύο. Και δεν ήθελα το κοινό να βλέπει τις αποτυχίες του ήρωα με αποστασιοποίηση. Ήθελα οι θεατές να νιώθουν αμήχανα κοντά. Μία απόφαση όταν άρχισα να γράφω ήταν ότι δεν ήθελα η ταινία να έχει δική της μουσική. Οπότε οι τοποθεσίες και το μοντάζ θα έπρεπε να δημιουργήσουν τη μουσική. Ανακάλυψα τον Andreas Thalhammer και τον Xiaosu Han, όταν έψαχνα για οπερατέρ. Οι δυο τους δεν έχουν τελειώσει κάποια σχολή. Απλώς κάνουν ταινίες και το κάνουν σε όλο τον κόσμο παρ’ όλο που είναι πολύ νέοι. Όταν συναντηθήκαμε ανακαλύψαμε αμέσως ότι ήμασταν στο ίδιο μήκος κύματος. Συμφωνήσαμε από το αρχικό στάδιο ότι θέλαμε να κάνουμε την ταινία σε Cinema Scope. Το φορμάτ αυτό δεν σημαίνει επέκταση, αλλά συγκέντρωση της εικόνας. Μπορείς να καλύψεις πράγματα και να τα αποκαλύψεις σε συγκεκριμένο σημείο.

Είναι ασυνήθιστο για έναν σεναριογράφο και σκηνοθέτη να αναλαμβάνει τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Πώς χειριστήκατε τον ίδιο σας τον εαυτό;

Νομίζω ότι η μεγαλύτερη δυσκολία ήταν ότι από τη μια ήμουν συνάδελφος με τους άλλους ηθοποιούς και από την άλλη ήμουν ο μαέστρος στο σετ. Αποφάσισα να συμπεριφερθώ με τον τρόπο που θα έκανα σε ένα συγκρότημα ή ένα κουαρτέτο εγχόρδων, όταν παίζεις με κάποιον, αλλά κάποιος έχει περισσότερα να πει για τον τρόπο που θα κυλήσουν τα πράγματα. Αλλά και οι υπόλοιποι μπορούν να εκφράσουν τις ιδέες τους.
Πώς σκηνοθετήσατε τον εαυτό σας;
Φυσικά με απασχόλησε η ερμηνεία μου. Αλλά επειδή με είχε απασχολήσει πολύ η σκηνοθεσία, δεν είχα χρόνο να ανησυχώ για την υποκριτική. Σκέφτηκα ότι αν δεν είναι αρκετά καλή, μπορεί να τα μαζέψω και να πάω σπίτι. Μετά από τρεις μέρες γυρισμάτων ένιωσα ότι πέρασαν τρεις εβδομάδες. Ήταν τόσο έντονο. Αλλά μπορούσα να κοιμηθώ καλύτερα τη νύχτα μόνο αν ήμουν ηθοποιός. Είχα μια εντελώς ανεδαφική εντύπωση ότι τα πήγαινα αρκετά καλά.
Υποδύεστε έναν πρωταγωνιστή που είναι ειδήμων στην κλασική μουσική.

Τι σας έκανε να διαλέξετε αυτού του είδους μουσική για την ταινία;

Προσπάθησα να βρω τη μουσική μόνος μου, αλλά πήρα και συμβουλές, ειδικά για τα κομμάτια που είναι εύκολο ή δύσκολο να έχεις σε ταινία. Μου πήρε καιρό να βρω τη μουσική που θα ταίριαζε με την οργή και αψηφισιά του Georg. Τελικά, μου ήρθε στο μυαλό ότι κάποιο είδος μπαρόκ μουσική μπορεί να ταίριαζε. Ένα θέμα που απασχόλησε πολλούς μουσικούς εκείνη την περίοδο ήταν η τρέλα. Ποικίλει ανάμεσα σε μινόρε και ματζόρε, ανάμεσα στο τραγικό και το χαρούμενο. Η Follia τουVivaldi στην εκτέλεση του Il Giardino Armonico μου ακούγεται punk. Νομίζω ότι ο Beethoven είναι πολύ κατάλληλος όταν προσπαθείς να βρεις το κουράγιο να κάνεις κάτι. Αν ακούω Beethoven στο αυτοκίνητο οδηγώ πάντα πολύ γρήγορα. Και ήθελα να έναν πολύ μοντέρνο Beethoven, όπου μπορείς να ακούσεις πραγματικά πόσο καινούρια και τολμηρή ήταν η μουσική του για τους σύγχρονους του. Μετά αναρωτιόμουν τι άκουγε ο Georg στο κονσέρτο. Διάλεξα Schubert γιατί ήταν μια παραλλαγή που ξεκινάει πολύ θλιμμένα και μετά γίνεται οργισμένη. Ο Georg κάθεται σε ένα συναυλιακό χώρο και ακούει Schubert, συγκινημένος και μετά η θυμωμένη εκδοχή του ίδιου θέματος χρησιμοποιείται στην ταινία, σαν να είναι μέσα του και του επιτρέπει να παρασύρεται από τη μουσική στην πρώτη, αμελητέα επιθετική του αντίδραση. Η μουσική μπορεί να κάνει κάποιον διαχυτικό και ήρεμο. Με τον Georg είναι αλλιώς. Η μουσική τον κάνει πιο μικρό, πιο θυμωμένο αλλά και πιο γενναίο. Έτσι καλλιεργήθηκε ολόκληρη η παράδοση τους στρατιωτικής μουσικής. Ακουγόταν στο πεδίο της μάχης κι έτσι φοβόντουσαν λιγότερο τον θάνατο και ήθελαν να ορμήσουν στον εχθρό.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here