«Θείος Βάνιας» του Άντον Τσέχωφ /Κριτική Θεάτρου/ Μαρίκας Θωμαδάκη*

0

Κριτική Θεάτρου

 Της Μαρίκας Θωμαδάκη*

 «Θείος Βάνιας» του Άντον Τσέχωφ στο Θέατρο «Άνεσις»

  Στο Θέατρο «Άνεσις», ο «Θείος Βάνιας» του Άντον Τσέχωφ, δίνει την ευκαιρία στο κοινό να απολαύσει έναν ολοκαίνουργιο τσεχωφικό χαρακτήρα και μια φιγούρα ιδιαίτερα αγαπητή στην αθηναϊκή σκηνή. Μέχρις εδώ τα πράγματα «βαίνουν καλώς», η επιθυμία του παραγωγού της παράστασης και τα ονόματα των ηθοποιών αποτελούν εγγύηση για την παρακολούθηση του έργου. Στη συνέχεια αρχίζουν, όπως λέμε στην κοινή γλώσσα, τα δύσκολα. Άλλα περίμενες και άλλα βλέπεις, άλλα ήξερες και άλλα μαθαίνεις. Αυτό βέβαια είναι καλό, αρκεί η εκμάθηση ενός αντικειμένου να δημιουργεί τις ιδιαίτερες συνθήκες ως επιστέγασμα συναφών και καθαρών κριτηρίων.

Στην παράσταση την οποία υπογράφει ο Δημοσθένης Παπαδόπουλος, ο θεατής βρίσκεται αρχικά σε ένα περιβάλλον μεγάλης αναμονής, θα λέγαμε, στα όρια των αγγελοπουλικών κινηματογραφικών σεκάνς. Αλλά όταν εισέρχεται ο ηθοποιός στη δράση και αρχίζουν να κινούνται τα σώματα – ρόλοι, το κοινό αποπροσανατολίζεται, δεν αντιλαμβάνεται και δεν καταλαβαίνει τι γίνεται.

Μολαταύτα, ο σκηνικός διάκοσμος, λιτός και λειτουργικός, αφήνει άψογο τοπίο, ελεύθερο στην ανάπτυξη της πλοκής. Και βέβαια η πλοκή αναπτύσσεται ακολουθώντας, όχι πλέον το σκηνικό του Σταύρου Λίτινα, αλλά τον χώρο που δημιουργεί ο κάθε ηθοποιός που προτίθεται να καταθέσει ενώπιον του θεατή, την άποψή του για τον συγγραφέα, για τη σκηνοθεσία του κυρίου Παπαδόπουλου κ.ο.κ. Σημειωτέον ότι ο ίδιος ο ρυθμιστής της παράστασης, ο σκηνοθέτης δηλαδή, αδυνατεί πλέον να παρέμβει καθ’ ότι εγκλωβισμένος και αυτός στον σκηνικό μικρόκοσμό του, που θέλει να είναι ο χώρος του Βάνια. Εντούτοις, γίνεται εμφανές το γεγονός ότι ο «Θείος Βάνιας» αποδομείται σταδιακά, προκειμένου να επικρατήσει επί της ενικής υπόστασης του προσώπου, η συλλογική δράση, τόσο ως γλωσσικό ενδιαίτημα όσο και ως ιδεολογικό πλαίσιο της αναφοράς στο «εδώ και τώρα».

Αντιλαμβάνομαι ότι ο πολύ καλός και αγαπητός ηθοποιός Δημοσθένης Παπαδόπουλος επιθυμεί να εμφυσήσει μία νέα πνοή στον γνωστότατο Βάνια της εμπειρίας μας ως κοινού. Πιστεύω ότι ο κύριος Παπαδόπουλος ξεκίνησε τη σκηνοθεσία του με καλές προθέσεις, αλλά κάτι συνέβη καθ’ οδόν. Το αποτέλεσμα όμως τον προδίδει και απογοητεύει τον θεατή. Ο Βάνιας τον οποίο υποδύεται, αποδομείται έτσι ώστε να καταλήξει σε μια μικρή και πικρή παρωδία, κυρίως όταν οι πολλοί του σπιτιού χλευάζουν τους λίγους την ώρα μάλιστα που «ενταφιάζεται» ο ηρωικός πρωταγωνιστής.

Εντούτοις, εδώ στο Θέατρο «Άνεσις» εγκαινιάζεται μία καινούργια αισθητική: εκείνη της «φαγούρας»… Εδώ το μοντέρνο γίνεται μισητό και το μετα-μοντέρνο είναι περιττό, ίσως και να πονάει αφού τα μέλη του Βάνια «διασκορπίζονται» για να καταλήξουν στους «κάδους των σκουπιδιών», σαν τους γονείς του Χαμ, στο «Τέλος του παιχνιδιού». Υπάρχει πράγματι ένα παιχνίδι που ξεπερνάει κάθε όριο. Και είναι απλό, για οικονομία του λόγου: δεν έχουμε παρά να παίξουμε με τα αντίθετα. Και αν μας φοβίζει η ρώσικη ρουλέτα, έχουμε το θέατρο για να μας προστατεύει.

Ωστόσο, ως Έλενα, η Θάλεια Ματίκα πάσχει και αυτή από αυτό που πάσχουν όλοι: Δεν ξέρει σε ποιον να απευθυνθεί, αγνοώντας ίσως τη βασική αρχή του θεάτρου, το ότι δηλαδή το θέατρο είναι η τέχνη της απεύθυνσης. Μπορεί βέβαια αυτό που επικρατεί στην παράσταση να αποτελεί συμφωνία, σχετική με την έλλειψη επικοινωνίας στην εποχή μας, ασχέτως αν στο «Άνεσις» παίζουμε Βάνια και ξέρουμε αυτό τι σημαίνει.

Ως Αστρόφ, ο Βασίλης Μπισμπίκης εκφράζει τον κουρασμένο, με αναλαμπές, άνθρωπο, που αναζητεί όπως όλοι την «όαση». Δεν κάνει όμως τίποτα, ίσως κάνει ελάχιστα, για να κατακτήσει τη δική του ουτοπία.

Στον ρόλο της Σόνιας, η Σοφία Πανάγου, η πλέον ενισχυτική στην παράσταση, κινείται ταχύρρυθμα και με κέφι αν και «δεμένη» (υπερβολικά) στα αδιάφορα και μερικές φορές «ενοχλητικά» κοστούμια της Ηλένιας Δουλαδίρη.

Τέλος, η πληθυντική διάσταση της παράστασης τεκμηριώνεται χάρη στην ομαδοποίηση που επιχειρεί η σκηνοθεσία για να δημιουργήσει ένα υπέροχο γαϊτανάκι. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο Σερεμπριάκοφ του Θεόδωρου Κανδηλιώτη, η Μαρία του Δημήτρη Διακοσάββα, ο Τελέγκιν του Δημήτρη Καπετανάκου και η Μαρίνα του Μάνου Καζαμία μεταμφιέζονται, κάνουν παρέλαση, γελούν, χορεύουν και κάνουν φασαρία για να μεταφράσουν το νέο αφήγημα μιας νέας σκηνικής γραφής.

Συμπερασματικά, θα λέγαμε, ότι στο Θέατρο «Άνεσις», ο «Θείος Βάνιας» βρήκε τον δάσκαλό του. Όπως και να το πεις, παρωδία ή κωμωδία, στην τραγωδία καταλήγεις.

 

*Η Μαρίκα Θωμαδάκη είναι Καθηγήτρια Θεωρίας και Σημειολογίας του Θεάτρου, τ. Κοσμήτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστήμιου Αθηνών.

 

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here