«Οι Διαβολογυναίκες»/ Κριτική

0

Κριτική Θεάτρου

            Της Μαρίκας Θωμαδάκη*

«Οι Διαβολογυναίκες» στο Θέατρο «Τζένη Καρέζη»

Βασισμένες στη γνωστή νουβέλα των Πιέρ Μπουαλώ και Τομά Ναρσεζάκ, «Οι διαβολογυναίκες» παρουσιάζονται στο θέατρο  «Τζένη Καρέζη» σε θεατρική διασκευή των Σάρα Γανωτή και Νίκου Σταυρακούδη.

Η σκηνοθεσία του Πάρι Μέξη παρακολουθεί με πολύ «κέφι» την πλοκή του έργου και κατορθώνει να αναδύσει, μέσα από ασαφή, κάποιες στιγμές, σημαίνοντα, πολλαπλά αντιθετικής υφής σημαινόμενα: Η έννοια της «τριγωνοποίησης» των σχέσεων, ανάμεσα σε διακεκριμένα πρόσωπα της αναφοράς, καθιστά εντέλει το σκηνικό αφήγημα σαφές. Στην αντίθετη περίπτωση, θα μιλούσαμε ίσως για μία απλή έως πολύπλοκη αστυνομική ιστορία.

Εξάλλου, ο θεατής παρακολουθεί την εν δράσει παρουσία του αστυνομικού επιθεωρητή Φισέτ, ο οποίος καταβάλλει προσπάθειες επιτελικά κινούμενος, προκειμένου να διαλευκάνει μία υπόθεση που στηρίζεται σε ένα «παράδοξο» qui pro quo από μία μικρή εντούτοις αλυσίδα από παρεξηγήσεις.

Ωστόσο, οι διαβολογυναίκες εμπλέκονται χαρακτηριστικά και προδίδονται εκ των έσω αφού έχουν προηγουμένως δημιουργήσει ερωτικό γαϊτανάκι, σε τόνους εξωφρενικής αλληλεξάρτησης, την ίδια στιγμή που αναστατώνεται ένα ολόκληρο σχολείο για να βρεθούν οι «πατημασιές» του ενόχου.

Όλα βυθίζονται σε μία «γλυκιά» ψυχική ανατριχίλα και όλοι ψάχνουν το νήμα εξόδου από ένα πολυδαίδαλο που στήθηκε για χώρος παγίδας αλλά και τόπος αναψύξεως, στο πλαίσιο λειτουργίας ενός πολύ καλού και σύγχρονου εκπαιδευτηρίου.

Μολαταύτα, ό,τι γεμίζει ηρεμία και ξενοιασιά  την ύπαρξη, όπως η πισίνα, δεν είναι παρά μία φενάκη που μπερδεύει αρχικά τον θεατή. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο κατ’ εξοχήν χώρος «αναψύξεως», που θεωρητικά υποδεικνύεται από τη γαλήνια, γαλάζια πισίνα, δεν είναι παρά η φαινομενολογική υπόσταση ενός καλά στεγασμένου λάθους.

Τα πρόσωπα της πλοκής καθίστανται αινιγματικά ενώ ό,τι φαντάζει απλό, ειλικρινές και παιδιάστικο κρύβει τις παγίδες της «έξωθεν καλής μαρτυρίας: Ο κ. Μισέλ ντε Λασάλ εμφανίζεται ως ένας άψογος διευθυντής σχολείου, πιστός σύζυγος και στοργικός απέναντι στους μαθητές. Όμως, συνδέεται με ένα κορυφαίο λάθος. Είναι άραγε τόσο έντιμος όσο το αξίωμα του επιβάλλει;

Η σύζυγός του, ιδιοκτήτρια του σχολείου, πλούσιας μεγαλοαστικής οικογένειας, αν και δείχνει μία εσωτερική πάλη του που την κατατρύχει, δεν χάνει την επίφαση της γλυκιάς χαμηλών τόνων γυναικείας οντότητας, ταιριαστής απόλυτα, με το «έτερον της ήμισυ». Είναι όμως η επίφαση τόσο ισχυρή για να μετατρέψει σε θωπεία  την εντός της ανησυχία;

Η καθηγήτρια χημείας Νικόλ Χόρνερ,  αυστηρά «δεμένη» στο άψογο κομψό και αυστηρό της ένδυμα, είναι άραγε τόσο αυστηρή όσο φαίνεται; Ως και ο επιθεωρητής Φισέτ, πηγαινοέρχεται και συλλέγει πληροφορίες προσπαθώντας να βρει τα ίχνη του ενόχου. Εντούτοις, αναρρωτάται κανείς συχνά κατά την εξέλιξη της πλοκής, κατά πόσον ο Φισέρ είναι στ’ αλήθεια επιθεωρητής. Τι κάνει τελικά τον παπά; Το ράσο;

Ομοίως, ο Πλατιβό, επιστάτης του σχολείου δεν βρίσκεται στο απυρόβλητο των βασανιστικών ερωτημάτων, που απευθύνονται μάλιστα και στον «αθώο» μαθητή Φιλίπ. Είναι πράγματι αθώος; Ακόμα και όταν συναρτάται προς τον Πλατιβό;

Τα άψογα κουστούμια του Πάρι Μέξη και της Βιβέτας Στρατηγού προσδίδουν μία μισή για κάθε ρόλο αλήθεια. Η σκηνογραφία, την οποία επιμελείται ο σκηνοθέτης προβάλλει στον χώρο την επίμαχη πισίνα όπου φυλάσσονται τα πολύμορφα και ποικίλα μυστικά. Η πισίνα είναι εντέλει ένα είδος κολυμβήθρας του Σιλωάμ: Όλα γίνονται μέσα της και όλα μετουσιώνονται από την ακαταμάχητη μαγεία των «σωθικών» της. Εξάλλου, το επιβεβαιώνει, θα λέγαμε, ο δεσπόζων ηχητικός σχεδιασμός της  Κατερίνας Βάμβα και οι εξαίρετοι φωτισμοί του Γιώργου Τέλλου.

Στον ρόλο της Κριστίν ντε Λασάλ, η Μαρία Καβογιάννη καλλιεργεί με μαεστρία την αινιγματική αθωότητα μίας διαβολογυναίκας υπέρ άνω πάσης υποψίας. Επίσης, ως Νικόλ Χόρνερ, η Καίτη Κωνσταντίνου κινείται με τη σοφία ενός αιλουροειδούς υιοθετώντας τη μάσκα της αυστηρότητας και της ακρίβειας.  Ως Μισέλ ντε Λασάλ, ο Νίκος Αρβανίτης ερμηνεύει άρτια και άκρως πειστικά το «δίπολό» του δημιουργώντας ολοκλήρωμα ρόλου. Κατά τον ίδιο τρόπο, ο επιθεωρητής Φισέτ του Σωτήρη Τσικομίδη αποτελεί εξαιρετικά ενδιαφέρουσα σύνθεση.

Εξάλλου, ο Πλατιβό του Δημήτρη Λιόλιου και ο μαθητής του Φιλίπ του Μιχάλη Προσπαθόπουλου αποτελούν «ντουέτο» γνωριμίας με την άδηλη υποδήλωση στο σημείο όπου διάφορα νοήματα συναντώνται και αναλώνονται στον χώρο.

 

*Η Μαρίκα Θωμαδάκη είναι Καθηγήτρια Θεωρίας και Σημειολογίας του Θεάτρου, τ. Κοσμήτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστήμιου Αθηνών.

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.