«Ο Βυσσινόκηπος» Κριτική Θεάτρου

0

Κριτική Θεάτρου

 Της Μαρίκας Θωμαδάκη*

 «Ο Βυσσινόκηπος» του Τσέχωφ στο Θέατρο «Δημήτρης Χορν»

 Σε γενικές γραμμές, τα θεατρικά κείμενα του Τσέχωφ θεωρούνται από τους ερευνητές εύπεπτα και «βατά», όπως λέμε. Αυτό συμβαίνει προφανώς επειδή παρέχουν πολλές και πολυσχιδείς διευκολύνσεις στο επίπεδο της σκηνικότητας, η οποία ακολουθεί μάλλον οριζόντια ανάγνωση. Όπως είναι φυσικό, ο αναγνώστης/θεατής/ακροατής παραμένει προσκολλημένος σ’ έναν συνταγματικό άξονα που δεν αφήνει παρά ελάχιστα περιθώρια στην εγκάρσια σκέψη προκειμένου αυτή να διεισδύσει σε εγγενείς πτυχώσεις της θεματικής και της απεύθυνσης. Εξάλλου, η δομική διευθέτηση των στοιχείων, που αφηγούνται την ιστορία των προσώπων, δεν στηρίζεται αποκλειστικά σε αρμούς «σκληροπυρηνικής» προελεύσεως.

Έτσι, σε πολλές περιπτώσεις, τα έργα του Άντον Τσέχωφ υπόκεινται σε δύο εκφάνσεις της επεξεργασίας του λόγου δια της δράσεως: ο σκηνοθέτης, για παράδειγμα, καλείται να επιλέξει μία «γραμμή», ανάμεσα σε δύο, την αφηγηματική προσέγγιση και την πραξιακή λογική, της μεταποιήσεως των λέξεων σε εικόνες. Εντούτοις, σ’ έναν ακραίο «σκηνοθετισμό», θα μπορούσε να επιλέξει τη σύγκρουση με τον ορθό λόγο και με ό,τι αυτό συνεπάγεται, αψηφώντας το γεγονός ότι στο θέατρο τίποτα δεν υπάρχει αυθαίρετα.

Με αφετηρία τις ως άνω παρατηρήσεις, θα ήθελα να επισημάνω το γεγονός ότι, στην παράσταση του «Βυσσινόκηπου» στο θέατρο «Δημήτρης Χορν», ο σκηνοθέτης Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης αποδίδει μία δική του «γραμμή» συνδυάζοντας σκηνικό ορθολογισμό και δημιουργικές μορφές εν κινήσει και εκ των ένδον. Η προσέγγιση αυτή λαμβάνει υπόψη της την «καρναβαλική» γραφή όπου ο καλλιτέχνης- μάγος επιτρέπει έστω και για λίγο, την παρουσίαση του έκκεντρου, του φευγαλέου και του απόλυτα παροδικού, του εν τη παρουσία «άμα τη εμφανίσει».

Ως εκ τούτου, ο «Βυσσινόκηπος» του κ. Μαρκουλάκη στην μετάφραση-απόδοση της Μαρίσσας Τριανταφυλλίδου, ξαφνιάζει ευχάριστα ως πρόταση για ένα καλύτερο θέατρο, για ένα θέατρο που εκκολάπτει τη νέα συνείδηση και τον «υπερήφανο άνθρωπο» του Τροφίμωφ. Η σκηνοθεσία του Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη εκφράζεται άλλωστε σε πολλαπλά πεδία ασκήσεως της κριτικής της ατομικότητας ομού με τη συλλογικότητα, η οποία, χωρίς να αφομοιώνει τη μονάδα καθοιονδήποτε τρόπο, την εντάσσει επιλεκτικά σε ομόκεντρους κύκλους υποκριτικής συμμετρίας. Υπ’ αυτή την οπτική γωνία, τα σώματα των ηθοποιών λειτουργούν ως ομόλογες δομές και παράγουν νόημα σύμφυτο της αισθητικής του εκστατικού, όπως αυτό συστηματοποιείται από συνδηλωτικά συμβάντα. Τα λεκτικά και παραλεκτικά συμφραζόμενα υποστηρίζονται από τους υπαινιγμούς των φωτισμών, τους οποίους χειρίζεται ευθύβολα ο Αλέκος Γιάνναρος, από τα καλοφροντισμένα σκηνικά της Αθανασίας Σμαραγδή και τα καλαίσθητα κοστούμια της Μαρίας Κοντοδήμα, από την χαρακτηριστική μουσική του Μίνωος Μάτσα και από τις χαριτωμένες χορογραφίες της Κικής Μπάκα.

Στο ρόλο της Λιουμπόφ, η Θέμις Μπαζάκα προσθέτει άλλη μία υψηλής αισθητικής επιτυχία στον μακρύ κατάλογο της πορείας της σπουδαίας ηθοποιού με κύρος και ποιοτική παρουσία. Η υποκριτική ποιότητα της κ. Μπαζάκα οφείλεται σε συγκεκριμένες δημιουργικές φιγούρες τις οποίες φέρει στο προσκήνιο ο σεβασμός απέναντι σε αυτό το εξαιρετικά αμφιλεγόμενο επάγγελμα του ηθοποιού. Ωστόσο, παρουσίες σαν της κ. Μπαζάκα αποτελούν εγγύηση για ό,τι μπορεί κανείς να περιμένει σήμερα από αυτό που ήταν στο χθες: η Θέμις Μπαζάκα είναι πράγματι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα διαδρομής μιας σπουδαίας ηθοποιού. Στις επιτυχίες της προστίθεται η Λιουμπόφ την οποία η πρωταγωνίστρια ερμηνεύει με ιδιαίτερο κέφι και με μια αδιόρατη μελαγχολία.

Ανυπέρβλητος στον ρόλο του Λοπάχιν, ο εξαίρετος Δημήτρης Λιγνάδης χτίζει σε ξεκάθαρες βαθμίδες τον ρόλο του, έναν ρόλο σπάνιας δυσκολίας και επικινδυνότητας, καθώς ο ηθοποιός μαζί με το προσωπείο του ρόλου του οφείλει να ισορροπήσει πάνω σε τεντωμένο σκοινί, να βαδίσει εκεί και να υπολογίσει σωστά το διάστημα που του απομένει μέχρι το τέλος. Ο κ. Λιγνάδης υπομονετικά και μεθοδευμένα, αποφεύγει την πρόωρη έκθεση του προσώπου που υποδύεται και φροντίζει με φειδώ τα ξεσπάσματα μιας εσωτερικής δικαίωσης που έρχεται από έξω. Ο Λοπάχιν του Δημήτρη Λιγνάδη είναι οπωσδήποτε αριστοτεχνικά προετοιμασμένος για τον τελικό θρίαμβο, για την τελική αναμέτρηση με τον νωθρό κόσμο της Λιουμπόφ και για το δικαίωμα στο ανοικονόμητο παραλήρημα, που βάζει τελεία και παύλα στον ξεπεσμό των πρώην μεγαλοσχημόνων. Στα αυτιά του Λοπάχιν, το βάρβαρο τσεκούρι που χτυπάει ανελέητα τον βυσσινόκηπο ηχεί σαν μελωδία: θα κτισθούν οι μεζονέτες και θα γεμίσει ο τόπος παραθεριστές.

Ως Τροφίμωφ, ο Αλέξανδρος Μαυρόπουλος ερμηνεύει τον χαρακτήρα του ρόλου του με ζέση και αποτελεσματικότητα που του επιτρέπουν να επιβληθεί και να κερδίσει το σεβασμό. Ο κ. Μαυρόπουλος κατορθώνει να καταδείξει την διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε τρεις κόσμους, εκείνον της ύλης, εκείνον του Επαναστάτη κι εκείνον του επαναστατημένου ανθρώπου. Στην ίδια ευθεία βαδίζει ο Φιρς (Γιώργος Μπινιάρης) του οποίου ο βίος πλησιάζει το τέλος, όπου χάνονται πλέον τα ερωτήματα για να μείνει όρθια μόνο η απάντηση. Άλλωστε κάπως έτσι συντάσσονται και οι ρόλοι που επωμίζονται σχεδόν όλοι οι ηθοποιοί του θιάσου αναλογικά προς ορισμένες βέβαια διαβαθμίσεις ιδιαίτερης σημασίας για την κατανόηση των νοημάτων και της πλοκής: η Βάρια της Κόρας Καρβούνη εξελίσσεται χωρίς βλαπτικές εξάρσεις, η Ντουνιάσα της Γεωργιάννας Νταλάρα, η γλυκιά Άνια της Σίσσυς Τουμάση και η εκρηκτική Σαρλότα της Αθηνάς Μαξίμου. Επίσης, ο Γκάγιεφ  του Γιάννη Κότσιφα ακολουθεί τους παλαιωμένους ρυθμούς και αργεί επιδεικτικά να κάνει μια κίνηση έξω από το παραλληλόγραμμο περιβάλλον του μπιλιάρδου που τον ακολουθεί σαν μια δεύτερη φύση. Ο Γιεπιχόντοφ του Τάσου Δημητρόπουλου δείχνει με ευγλωττία την ζυγαριά της συνείδησης, όπως και ο Γιάσσα του Γιάννη Γιαννούλη αλλά και ο Πίσσικ του Γιάννη Στόλλα.

«Στο κλείσιμο της αυλαίας», οι βαλίτσες και οι άνθρωποί τους μεταφέρονται, άλλος εκεί άλλος αλλού. Ίσως κάποιοι κατευθύνονται στην «άγρια» Δύση, εκεί όπου η ρωσική παρέα των χαροκόπων θα διαλυθεί και θα θρηνήσει πλέον στους ρυθμούς της άγνωστης ακόμα τζαζ.

Η παράσταση στο «Δημήτρης Χορν» σκορπίζει στην ατμόσφαιρα τον πόνο μιας υπόσχεσης. Κάπου αλλού θα ξαναγίνει ένας Βυσσινόκηπος:

Oh my love

                                    Look and see

 

*Η Μαρίκα Θωμαδάκη είναι Καθηγήτρια Θεωρίας και Σημειολογίας του Θεάτρου, τ. Κοσμήτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστήμιου Αθηνών.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.