Ντίνος Γκελαμέρης – Ηθοποιός

0

Συνέντευξη του ηθοποιού Ντίνου Γκελαμέρη

 

Επιμέλεια συνέντευξης: Γιάννης Αργυρούδης

 

Συναντήσαμε και μιλήσαμε με τον νέο και ταλαντούχο ηθοποιό Ντίνο Γκελαμέρη στο φιλόξενο φουαγιέ του Θεάτρου «Αγγέλων Βήμα» όπου κάθε Κυριακή πρωταγωνιστεί μαζί με τη Δανάη Τωράκη στην παράσταση «Ο Εραστής» του Πίντερ σε σκηνοθεσία Γιάννη Μπουραζάνα.

 

Σε συναντάμε στον περίφημο «Εραστή» του Χάρολντ Πίντερ, έργο που πρωτοπαρουσιάστηκε το 1963, μοιάζει όμως σαν να έχει γραφτεί χθες. Θα ήθελα να μου μιλήσεις για το έργο και για τον ρόλο σου…

Ναι, πράγματι, αυτό το έργο είναι σαν να έχει γραφτεί για την εποχή μας. Είναι ένα χαρακτηριστικό των μεγάλων έργων και ο Πίντερ φυσικά, ως μεγάλος συγγραφέας, έχει καταφέρει να μας δώσει αυτήν την αίσθηση σε όλα του τα έργα. Υπάρχουν συγγραφείς που έχουν καταφέρει να αποδώσουν την εποχή τους εξαιρετικά, υπάρχουν όμως και άλλοι που έχουν καταφέρει να την ξεπεράσουν. Ένας από αυτούς είναι σίγουρα ο Πίντερ…

Στον «Εραστή»  τώρα, ο Ρίτσαρντ και η Σάρα είναι ένα ζευγάρι παντρεμένο περίπου 10 χρόνια. Εκδηλώνουν την ανάγκη να αλλάξουν την ερωτική τους ζωή θεωρώντας πως έτσι θα αλλάξει, προς το καλύτερο, ο γάμος και η καθημερινότητα τους. Είναι μια κατάσταση που την συναντάμε πολύ συχνά σήμερα είτε ένα ζευγάρι είναι παντρεμένο είτε ελεύθερο, το να ψάχνει δηλαδή καινούργιους τρόπους διασκέδασης (όχι απαραίτητα ερωτικούς) για να μην διαλύσει τη σχέση του. Όπως και να χει πάντως, ο έρωτας είναι αυτός που καθορίζει τη ζωή μας γι’ αυτό και ασχολούμαστε τόσο πολύ μαζί του…

Ο δικός μου ρόλος, ο Ρίτσαρντ ή Μαξ, είναι αυτός που θα ήθελε να επιστρέψει στην αρχική κατάσταση η σχέση τους, όχι τόσο γιατί δεν του αρέσει, αλλά γιατί αισθάνεται πως έχει χάσει την γυναίκα του και όλα αυτά που τους ένωναν σαν ζευγάρι.

 

Ο Ρίτσαρντ, που υποδύεσαι στην παράσταση, συνδημιουργεί μια ψευδή πραγματικότητα, προκειμένου να αντιμετωπίσει την φθορά στο γάμο του, αλλά κάποια στιγμή νιώθει ότι «πιάστηκε στο δόκανο» που ο ίδιος έστησε και επαναστατεί. Υποθέτω ότι είναι ένας ρόλος πολύ ενδιαφέρων για έναν ηθοποιό…

Ας αρχίσουμε με το ότι είναι πολύ ενδιαφέρον να παίζεις σε οτιδήποτε έχει γράψει ο Πίντερ. Από εκεί και πέρα, είναι πολύ ενδιαφέρον να παίζεις έναν ρόλο που έχει τόσες μεταστροφές. Ο Ρίτσαρντ γίνεται Μαξ, ο Μαξ γίνεται ένας τύπος που ζητάει φωτιά από μια γυναίκα ή ένας άβγαλτος φύλακας στο πάρκο και μέσα σε όλα αυτά μια προσωπική επανάσταση ενός εγκλωβισμένου ανθρώπου. Είναι πολύ ωραίο συναίσθημα να βρίσκεις το θάρρος να επαναστατείς και να διεκδικείς αυτά που ποθείς. Το θέμα είναι τι κάνεις μετά την επανάσταση, και όπως οι περισσότεροι επαναστάτες, έτσι και ο Ρίτσαρντ, χωλαίνει στο μετά…

 

Ο Εραστής, όντας πιο κοντά στην κωμωδία από όλα τα άλλα έργα του Πίντερ, έχει ανέβει επιτυχώς σε ποικίλες εκδοχές: από ειρωνική σάτιρα μέχρι υπαρξιακό δράμα, καθώς και σε ένα φάσμα ενδιάμεσων αποχρώσεων μεταξύ των δύο αυτών άκρων. Η δική σας παράσταση ποια κατεύθυνση ακολουθεί;

Δεν νομίζω πως ακολουθήσαμε κάποια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Αυτό που σίγουρα προσπαθήσαμε είναι να βγάλουμε στη σκηνή όσο καλύτερα γίνεται την αγωνία και τις ανάγκες των ηρώων. Παρόλα αυτά, η παράσταση έχει χιούμορ που δεν είχα αντιληφθεί και το ανακάλυψα στην πρεμιέρα!

Η γραφή του Πίντερ χαρακτηρίζεται από πολλούς ως πολωτική. Δηλαδή συνήθως είτε την λατρεύει κάποιος, είτε την μισεί. Γιατί πιστεύεις ότι συμβαίνει αυτό;

Συμβαίνει όντως αυτό με τον Πίντερ. Ίσως παίζει παραπάνω από το συνηθισμένο με την ψυχοσύνθεση μας και αυτό κάποιοι να το λατρεύουν και κάποιοι να τρομάζουν. Προσωπικά πάντως δεν έχω μισήσει κάποιον συγγραφέα. Προσπαθώ να είμαι πάντα ανοιχτός και να τον κατανοήσω όσο το δυνατόν καλύτερα.

 

Ο «Εραστής» παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο κοινό από την τηλεόραση. Είναι ένα μέσο που σε ενδιαφέρει σαν ερμηνευτή;        

Φυσικά και με ενδιαφέρει, όπως με ενδιαφέρει και ο κινηματογράφος. Δεν βιάζομαι όμως. Αν με ρωτούσες τι προτιμώ, θα σου έλεγα χωρίς δεύτερη σκέψη το θέατρο. Χαίρομαι πολύ όταν βρίσκομαι στη σκηνή και αυτό μου αρκεί για την ώρα.

 

Ας πάμε και στην άλλη παράσταση στην οποία συμμετέχεις αυτόν τον καιρό. Πρόκειται για το «Φεγγάρι για τους καταραμένους» του Ευγένιου Ό Νηλ. Πες μου λίγα λόγια για το έργο και για το χαρακτήρα που ερμηνεύεις σε αυτό.

Θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει αυτό το έργο του Ό Νηλ ως αυτοβιογραφικό. Έχει πολλά στοιχεία από την οικογενειακή του ζωή και είναι ένα έργο που έχει έναν πολύ έντονο συναισθηματικά κόσμο.

Ο ρόλος που κάνω στο έργο είναι ο Μάικ Χόγκαν, γιος του Φιλ Χόγκαν και αδερφός της Τζόσι Χόγκαν. Καταπιεσμένος από τον πατέρα του προσπαθεί να το σκάσει από την αγροτική στέγη τους, με την βοήθεια της αδερφής του, και να διεκδικήσει κάτι καλύτερο.

Είμαι πολύ χαρούμενος που βρίσκομαι σε έναν πολύ ζεστό χώρο όπως το Θέατρο Πορεία και έχω δίπλα μου τόσο καλούς ηθοποιούς. Φυσικά δεν θα είχα αυτή την ευκαιρία αν η Μαριλίτα Λαμπροπούλου δεν με είχε εμπιστευτεί.

 

Γιατί επέλεξες να γίνεις ηθοποιός ;

Ειλικρινά δεν ξέρω. Μάλλον έτυχε. Ξέρω πως περνάω καλά και θέλω να συνεχίσω. Έκανα αρκετές δουλειές μέχρι να ασχοληθώ με αυτό. Ήμουν σερβιτόρος, μπάρμαν, μάγειρας, κλόουν, μετέφερα βαλίτσες πελατών σε ξενοδοχείο στο χωριό μου στην Εύβοια και βοηθούσα που και που τον πατέρα που στην οικοδομή (αυτό το τελευταίο δεν είχε καθόλου επιτυχία).

 

Πώς είναι τα πράγματα για έναν νέο ηθοποιό στην Ελλάδα του 2018 ;

Σίγουρα δεν είναι εύκολα. Γνωρίζουμε πολύ καλά την κατάσταση στη χώρα μας. Και στο δικό μου επάγγελμα αλλά και στα περισσότερα υπάρχει ένα τεράστιο ποσοστό ανεργίας και καμία ηγεσία δεν έδωσε ποτέ λύση. Τα τελευταία χρόνια η κατάσταση είναι ακόμη πιο δύσκολη και θα έπρεπε να ήμασταν ενωμένοι. Αντιθέτως ονόματα όπως αυτά των Αλέξη Γρηγορόπουλου, Παύλου Φύσσα, Ζακ Κωστόπουλου και Ελένης Τοπαλούδη θα μας θυμίζουν για πάντα πως το τέρας υπάρχει μέσα μας και βγαίνει πια χωρίς φόβο με τη μορφή του φασίστα, του ρατσιστή, του ομοφοβικού και του βιαστή.

 

Θα ήθελα να μου πεις με βάση την μέχρι τώρα εμπειρία σου, δυο λόγια για το αθηναϊκό κοινό. Ποια είναι η ανατροφοδότηση που παίρνεις όταν βρίσκεσαι πάνω στη σκηνή;

Το θέατρο χρειάζεται τη βοήθεια του κοινού. Χρειάζεται ένα κοινό το οποίο θα αντιμετωπίζει τις παραστάσεις με ειλικρίνεια αλλά και σεβασμό. Χρειάζεται ένα κοινό που θα θέλει να βοηθήσει για να πάμε όλοι μαζί παρακάτω.

Είναι πολύ όμορφο να βρίσκεσαι στη σκηνή, ο κόσμος περιμένει από εσένα και συ έχεις μια γλυκιά ευθύνη να βγάλεις εις πέρας μια αποστολή.

 

Αγαπημένοι σου συγγραφείς;

Ωχ, δύσκολο να διαλέξω. Αν έβγαζα μια τριάδα νομίζω θα ήταν ο Τσέχωφ, ο Πίντερ και ο Μακντόνα. Και οι τρεις αρκετά διαφορετικοί. Από Έλληνες μου αρέσει πολύ ο Γιάννης Μαυριτσάκης.

 

Κλείνοντας, θα ήθελα να μου πεις μία παράσταση που σε ενθουσίασε τελευταία ως θεατή…

Δυστυχώς, δεν έχω δει όσες παραστάσεις θα ήθελα φέτος. Μου άρεσε πολύ όμως το «Στέλλα κοιμήσου» του Γ. Οικονομίδη.

 

Βιογραφικό σημείωμα Ντίνου Γκελαμέρη

 

Ο Ντίνος Γκελαμέρης γεννήθηκε το 1993 στη Βόρεια Εύβοια. Αποφοίτησε από τη Δραματική Σχολή του Πειραϊκού Συνδέσμου. Έχει παρακολουθήσει σεμινάρια των Θ. Τερζόπουλου, Simon Abkarian και Catherine Schaub Abkarian, Σ. Καραμεσίνη, Ε. Στιβανάκη. Έχει συμμετάσχει σε αφιέρωμα στον ποιητή Γ. Γεραλή στο θέατρο Σταθμός (σκηνοθεσία: Μ. Καρατζογιάννης, 2018) και στην ταινία του Γ. Σμαραγδή Καζαντζάκης (2017). Επίσης έχει εργαστεί ως β´ βοηθός σκηνοθέτη του Π. Δεντάκη στην Πενθεσίλεια του Κλάιστ (Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών, 2018). Αυτή την περίοδο κάνει πρόβες με την Γεωργία Ανδρέου για την «Λέσχη γονεοκτόνων» του Μπιρς Αμπρόουζ που θα παρουσιαστεί στο Ίδρυμα «Μιχάλης Κακογιάννης».

 

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.